αιμυλος

αιμυλος
    αἱμύλος
    3, редко 2
    (ῠ) вкрадчиво-ласковый, лукавый
    

(μῦθοι Pind.; μηχαναί Aesch.; Ὀδυσσεύς Soph., Plut.; ἀλώπηξ Arph.; ἔρως Plat.; πειθὼ τῶν λόγων Luc.)

    αἱμύλα κωτίλλειν Hes. — увлекать соблазнительными речами


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "αιμυλος" в других словарях:

  • αιμύλος — αἱμύλος, η, ον και ος, ον (Α) 1. (συνήθως για λέξεις, λόγια κ.λπ.) κολακευτικός, θελκτικός, χαριτωμένος 2. (για ανθρώπους) δόλιος, πανούργος 3. με την προηγούμενη σημασία στον Αριστοφ. για την αλεπού (πρβλ. νεοελλ. φρ. «είναι αλεπού», δηλαδή… …   Dictionary of Greek

  • αἱμύλος — wheedling masc nom sg αἱμύλος wheedling masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμυλώτερον — αἱμύλος wheedling adverbial comp αἱμύλος wheedling masc acc comp sg αἱμύλος wheedling neut nom/voc/acc comp sg αἱμύλος wheedling masc acc comp sg αἱμύλος wheedling neut nom/voc/acc comp sg αἱμύλος wheedling adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμυλώτατα — αἱμύλος wheedling adverbial superl αἱμύλος wheedling neut nom/voc/acc superl pl αἱμύλος wheedling adverbial superl αἱμύλος wheedling neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμυλώτατον — αἱμύλος wheedling masc acc superl sg αἱμύλος wheedling neut nom/voc/acc superl sg αἱμύλος wheedling masc acc superl sg αἱμύλος wheedling neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμύλα — αἱμύλος wheedling neut nom/voc/acc pl αἱμύλᾱ , αἱμύλος wheedling fem nom/voc/acc dual αἱμύλᾱ , αἱμύλος wheedling fem nom/voc sg (doric aeolic) αἱμύλος wheedling neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμύλον — αἱμύλος wheedling masc acc sg αἱμύλος wheedling neut nom/voc/acc sg αἱμύλος wheedling masc/fem acc sg αἱμύλος wheedling neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμύλως — αἱμύλος wheedling adverbial αἱμύλος wheedling masc acc pl (doric) αἱμύλος wheedling adverbial αἱμύλος wheedling masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμύλων — αἱμύλος wheedling fem gen pl αἱμύλος wheedling masc/neut gen pl αἱμύλος wheedling masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμυλώτατος — αἱμύλος wheedling masc nom superl sg αἱμύλος wheedling masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμύλε — αἱμύλος wheedling masc voc sg αἱμύλος wheedling masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»